γλωττοποιέω
Ancient Greek
Etymology
From γλῶττα (glôtta, “tongue”) + ποιέω (poiéō, “to make; to do”).
Pronunciation
- (5th BCE Attic) IPA(key): /ɡlɔːt.to.poi̯.é.ɔː/
- (1st CE Egyptian) IPA(key): /ɡlot.to.pyˈe.o/
- (4th CE Koine) IPA(key): /ɣlot.to.pyˈe.o/
- (10th CE Byzantine) IPA(key): /ɣlot.to.pyˈe.o/
- (15th CE Constantinopolitan) IPA(key): /ɣlo.to.piˈe.o/
Verb
γλωττοποιέω • (glōttopoiéō)
- (rare, euphemistic) to do it with the tongue (to give cunnilingus)
- Synonyms: αἰσχροεργέω (aiskhroergéō), αἰσχρουργέω (aiskhrourgéō)
- Coordinate term: γλωττοδεψέω (glōttodepséō)
- 422 BCE, Aristophanes, The Wasps 1283:
- γλωττοποιεῖν εἰς τὰ πορνεῖ’ εἰσιόνθ’ ἑκάστοτε
- glōttopoieîn eis tà porneî’ eisiónth’ hekástote
- to do it with the tongue whenever he went into brothels.
- γλωττοποιεῖν εἰς τὰ πορνεῖ’ εἰσιόνθ’ ἑκάστοτε
- Sch., Ar. Vesp..1283b:
- γλωττοποιεῖν· αἰσχρὰ γὰρ ἦν διὰ γλώττης λέγων.
- glōttopoieîn; aiskhrà gàr ên dià glṓttēs légōn.
- γλωττοποιεῖν: for he was referring to doing it with the tongue.
- γλωττοποιεῖν· αἰσχρὰ γὰρ ἦν διὰ γλώττης λέγων.
Conjugation
Present: γλωττοποιέω, γλωττοποιέομαι (Uncontracted)
| number | singular | dual | plural | ||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| first | second | third | second | third | first | second | third | ||||||
| active | indicative | γλωττοποιέω | γλωττοποιέεις | γλωττοποιέει | γλωττοποιέετον | γλωττοποιέετον | γλωττοποιέομεν | γλωττοποιέετε | γλωττοποιέουσῐ(ν) | ||||
| subjunctive | γλωττοποιέω | γλωττοποιέῃς | γλωττοποιέῃ | γλωττοποιέητον | γλωττοποιέητον | γλωττοποιέωμεν | γλωττοποιέητε | γλωττοποιέωσῐ(ν) | |||||
| optative | γλωττοποιέοιμῐ | γλωττοποιέοις | γλωττοποιέοι | γλωττοποιέοιτον | γλωττοποιεοίτην | γλωττοποιέοιμεν | γλωττοποιέοιτε | γλωττοποιέοιεν | |||||
| imperative | γλωττοποίεε | γλωττοποιεέτω | γλωττοποιέετον | γλωττοποιεέτων | γλωττοποιέετε | γλωττοποιεόντων | |||||||
| middle/ |
indicative | γλωττοποιέομαι | γλωττοποιέῃ, γλωττοποιέει |
γλωττοποιέεται | γλωττοποιέεσθον | γλωττοποιέεσθον | γλωττοποιεόμεθᾰ | γλωττοποιέεσθε | γλωττοποιέονται | ||||
| subjunctive | γλωττοποιέωμαι | γλωττοποιέῃ | γλωττοποιέηται | γλωττοποιέησθον | γλωττοποιέησθον | γλωττοποιεώμεθᾰ | γλωττοποιέησθε | γλωττοποιέωνται | |||||
| optative | γλωττοποιεοίμην | γλωττοποιέοιο | γλωττοποιέοιτο | γλωττοποιέοισθον | γλωττοποιεοίσθην | γλωττοποιεοίμεθᾰ | γλωττοποιέοισθε | γλωττοποιέοιντο | |||||
| imperative | γλωττοποιέου | γλωττοποιεέσθω | γλωττοποιέεσθον | γλωττοποιεέσθων | γλωττοποιέεσθε | γλωττοποιεέσθων | |||||||
| active | middle/ | ||||||||||||
| infinitive | γλωττοποιέειν | γλωττοποιέεσθαι | |||||||||||
| participle | m | γλωττοποιέων | γλωττοποιεόμενος | ||||||||||
| f | γλωττοποιέουσᾰ | γλωττοποιεομένη | |||||||||||
| n | γλωττοποιέον | γλωττοποιεόμενον | |||||||||||
| Notes: | This table gives Attic inflectional endings. For conjugation in dialects other than Attic, see Appendix:Ancient Greek dialectal conjugation.
| ||||||||||||
Present: γλωττοποιῶ, γλωττοποιοῦμαι (Contracted)
| number | singular | dual | plural | ||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| first | second | third | second | third | first | second | third | ||||||
| active | indicative | γλωττοποιῶ | γλωττοποιεῖς | γλωττοποιεῖ | γλωττοποιεῖτον | γλωττοποιεῖτον | γλωττοποιοῦμεν | γλωττοποιεῖτε | γλωττοποιοῦσῐ(ν) | ||||
| subjunctive | γλωττοποιῶ | γλωττοποιῇς | γλωττοποιῇ | γλωττοποιῆτον | γλωττοποιῆτον | γλωττοποιῶμεν | γλωττοποιῆτε | γλωττοποιῶσῐ(ν) | |||||
| optative | γλωττοποιοίην, γλωττοποιοῖμῐ |
γλωττοποιοίης, γλωττοποιοῖς |
γλωττοποιοίη, γλωττοποιοῖ |
γλωττοποιοῖτον, γλωττοποιοίητον |
γλωττοποιοίτην, γλωττοποιοιήτην |
γλωττοποιοῖμεν, γλωττοποιοίημεν |
γλωττοποιοῖτε, γλωττοποιοίητε |
γλωττοποιοῖεν, γλωττοποιοίησᾰν | |||||
| imperative | γλωττοποίει | γλωττοποιείτω | γλωττοποιεῖτον | γλωττοποιείτων | γλωττοποιεῖτε | γλωττοποιούντων | |||||||
| middle/ |
indicative | γλωττοποιοῦμαι | γλωττοποιεῖ, γλωττοποιῇ |
γλωττοποιεῖται | γλωττοποιεῖσθον | γλωττοποιεῖσθον | γλωττοποιούμεθᾰ | γλωττοποιεῖσθε | γλωττοποιοῦνται | ||||
| subjunctive | γλωττοποιῶμαι | γλωττοποιῇ | γλωττοποιῆται | γλωττοποιῆσθον | γλωττοποιῆσθον | γλωττοποιώμεθᾰ | γλωττοποιῆσθε | γλωττοποιῶνται | |||||
| optative | γλωττοποιοίμην | γλωττοποιοῖο | γλωττοποιοῖτο | γλωττοποιοῖσθον | γλωττοποιοίσθην | γλωττοποιοίμεθᾰ | γλωττοποιοῖσθε | γλωττοποιοῖντο | |||||
| imperative | γλωττοποιοῦ | γλωττοποιείσθω | γλωττοποιεῖσθον | γλωττοποιείσθων | γλωττοποιεῖσθε | γλωττοποιείσθων | |||||||
| active | middle/ | ||||||||||||
| infinitive | γλωττοποιεῖν | γλωττοποιεῖσθαι | |||||||||||
| participle | m | γλωττοποιῶν | γλωττοποιούμενος | ||||||||||
| f | γλωττοποιοῦσᾰ | γλωττοποιουμένη | |||||||||||
| n | γλωττοποιοῦν | γλωττοποιούμενον | |||||||||||
| Notes: | This table gives Attic inflectional endings. For conjugation in dialects other than Attic, see Appendix:Ancient Greek dialectal conjugation.
| ||||||||||||
Related terms
- γλωσσοποιέω (glōssopoiéō)
- γλωσσοποιῐ̈́ᾱ (glōssopoiĭ̈́ā)
- γλωσσοποιός (glōssopoiós)
References
- “γλωττοποιέω”, in Liddell & Scott (1940), A Greek–English Lexicon, Oxford: Clarendon Press
- γλωττοποιέω in the Diccionario Griego–Español en línea (2006–2026)