γλῶττα

See also: γλώττα

Ancient Greek

Pronunciation

 

Noun

γλῶττα • (glôttaf (genitive γλώττης); first declension

  1. Attic form of γλῶσσα (glôssa)

Declension

Derived terms

  • ἄγλωττος (áglōttos)
  • ἀθυρόγλωττος (athuróglōttos)
  • ἀκαιρόγλωττος (akairóglōttos)
  • ἀνθρωπόγλωττος (anthrōpóglōttos)
  • ἀπογλωττίζω (apoglōttízō)
  • βούγλωττος (boúglōttos)
  • βραδύγλωττος (bradúglōttos)
  • γλωττ- (glōtt-)
  • γλώτταλγος (glṓttalgos)
  • γλωτταργία (glōttargía)
  • γλωττηματίζω (glōttēmatízō)
  • γλωττηματικός (glōttēmatikós)
  • γλωττήν (glōttḗn)
  • γλωττιαῖος (glōttiaîos)
  • γλωττίδιον (glōttídion)
  • γλωττίζω (glōttízō)
  • γλωττικόν (glōttikón)
  • γλωττικός (glōttikós)
  • γλώττιος (glṓttios)
  • γλωττίς (glōttís)
  • γλώττισμα (glṓttisma)
  • γλωττισμός (glōttismós)
  • γλωττογάστωρ (glōttogástōr)
  • γλωττοδεψέω (glōttodepséō)
  • γλωττοδέψην (glōttodépsēn)
  • γλωττοδεψῶ (glōttodepsô)
  • γλωττοειδής (glōttoeidḗs)
  • γλωττοκομεῖον (glōttokomeîon)
  • γλωττόκομον (glōttókomon)
  • γλωττοποιέω (glōttopoiéō)
  • γλωττοποιητικῶς (glōttopoiētikôs)
  • γλωττοποιΐα (glōttopoiḯa)
  • γλωττοποιός (glōttopoiós)
  • γλωττοποιῶ (glōttopoiô)
  • γλωττοστροφέω (glōttostrophéō)
  • γλωττοστροφῶ (glōttostrophô)
  • γλωττοτοξόται (glōttotoxótai)
  • γλωττοφόρος (glōttophóros)
  • δίγλωττος (díglōttos)
  • δύσγλωττος (dúsglōttos)
  • ἐγγλωττογάστωρ (englōttogástōr)
  • ἔγγλωττος (énglōttos)
  • ἐγγλωττοτυπέω (englōttotupéō)
  • ἐγγλωττοτυπῶ (englōttotupô)
  • ἐπιγλωττίς (epiglōttís)
  • ἑτερόγλωττος (heteróglōttos)
  • εὐγλωττίζω (euglōttízō)
  • εὔγλωττος (eúglōttos)
  • εὐθύγλωττος (euthúglōttos)
  • ἐχεγλωττία (ekheglōttía)
  • θρασυγλωττία (thrasuglōttía)
  • θρασύγλωττος (thrasúglōttos)
  • κακόγλωττος (kakóglōttos)
  • καλλίγλωττος (kallíglōttos)
  • καλόγλωττος (kalóglōttos)
  • καταγλωττίζω (kataglōttízō)
  • καταγλώττισμα (kataglṓttisma)
  • καταγλωττισμός (kataglōttismós)
  • κατάγλωττος (katáglōttos)
  • κατεγλωττισμένος (kateglōttisménos)
  • κατευγλωττίζω (kateuglōttízō)
  • μεταγλωττίζω (metaglōttízō)
  • μεταγλώττισμα (metaglṓttisma)
  • μεταγλωττισμός (metaglōttismós)
  • μονογλωττέω (monoglōttéō)
  • μονόγλωττος (monóglōttos)
  • μονογλωττῶ (monoglōttô)
  • ὁμογλωττέω (homoglōttéō)
  • ὁμόγλωττος (homóglōttos)
  • ὁμογλωττῶ (homoglōttô)
  • περιγλωττίς (periglōttís)
  • πλᾰτῠ́γλωττος (plătŭ́glōttos)
  • πολύγλωττος (polúglōttos)
  • ταχυγλωττία (takhuglōttía)
  • ὑπογλώττιος (hupoglṓttios)
  • ὑπογλωττίς (hupoglōttís)
  • ὑπόγλωττος (hupóglōttos)
  • χαριτογλωττίζω (kharitoglōttízō)
  • ψευδογλωττέω (pseudoglōttéō)
  • ψευδογλωττῶ (pseudoglōttô)

References