φυτός

Ancient Greek

Etymology

From φῠ́ω (phŭ́ō, to grow; to become; to be) +‎ -τός (-tós).

Pronunciation

 

Adjective

φῠτός • (phŭtósm (feminine φῠτή, neuter φῠτόν); first/second declension

  1. natural; which has grown naturally
  2. (poetic, of art) crafted by nature, not human hand
  3. (Koine, of arable land) fertile; fruitful

Declension

Derived terms

  • ἁγνόφυτος (hagnóphutos)
  • ἀγχίφυτος (ankhíphutos)
  • ἀεξίφυτος (aexíphutos)
  • αἰνόφυτος (ainóphutos)
  • ἀλωόφυτος (alōóphutos)
  • ἁλωόφυτος (halōóphutos)
  • ἀμπελόφυτος (ampelóphutos)
  • Ἄμφυτος (Ámphutos)
  • ἀνθρωπόφυτος (anthrōpóphutos)
  • ἀντίφυτος (antíphutos)
  • ἀρκόφῠτον (arkóphŭton)
  • ἀρτίφυτος (artíphutos)
  • ἀσύμφυτος (asúmphutos)
  • αὐξίφυτος (auxíphutos)
  • αὐτόφῠτος (autóphŭtos)
  • γάφῠτον (gáphŭton)
  • γάφυτος (gáphutos)
  • γλῠκῠ́φῠτον (glŭkŭ́phŭton)
  • δενδρόφυτος (dendróphutos)
  • δυσσύμφυτος (dussúmphutos)
  • ἔκφῠτον (ékphŭton)
  • ἔκφυτος (ékphutos)
  • ἐλαιόφῠτον (elaióphŭton)
  • ἐλαιόφυτος (elaióphutos)
  • ἔμφῠτον (émphŭton)
  • ἔμφυτος (émphutos)
  • ἑτερόφῠτον (heteróphŭton)
  • ἑτερόφυτος (heteróphutos)
  • εὐθαλόφυτος (euthalóphutos)
  • εὐπρόσφυτος (euprósphutos)
  • εὐσυμπερίφυτος (eusumperíphutos)
  • εὐσύμφυτος (eusúmphutos)
  • εὔφυτος (eúphutos)
  • ζῳόφῠτον (zōióphŭton)
  • ζωόφυτος (zōóphutos)
  • ζῳόφυτος (zōióphutos)
  • ζώφυτος (zṓphutos)
  • ἡλῐόφῠτον (hēlĭóphŭton)
  • θεοσύμφυτος (theosúmphutos)
  • θεόφυτος (theóphutos)
  • ἰδιόφῠτον (idióphŭton)
  • καλλίφυτος (kallíphutos)
  • κατάφυτος (katáphutos)
  • κιτρόφῠτον (kitróphŭton)
  • μελισσόφῠτον (melissóphŭton)
  • μετέμφυτος (metémphutos)
  • νεόφυτος (neóphutos)
  • ξῠλόφῠτον (xŭlóphŭton)
  • ὀδοντόφυτος (odontóphutos)
  • οἰνοφύτος (oinophútos)
  • οἰνόφυτος (oinóphutos)
  • ὁλόφῠτον (holóphŭton)
  • ὁμόφυτος (homóphutos)
  • ὀρεσσίφυτος (oressíphutos)
  • οὐρανόφυτος (ouranóphutos)
  • παλαίφυτος (palaíphutos)
  • πάμφυτος (pámphutos)
  • πανέμφυτος (panémphutos)
  • παράφυτος (paráphutos)
  • παρθενόφυτος (parthenóphutos)
  • περίφυτος (períphutos)
  • πολύφυτος (polúphutos)
  • πορφυρόφυτος (porphuróphutos)
  • πρόσφυτος (prósphutos)
  • πρωτόφυτος (prōtóphutos)
  • πτερόφυτος (pteróphutos)
  • ῥιζόφυτος (rhizóphutos)
  • σῠ́μφῠτον (sŭ́mphŭton)
  • σύμφυτος (súmphutos)
  • φῖτῠ (phîtŭ)
  • φῑ́τῡμᾰ (phī́tūmă)
  • φῑτῠ́ω (phītŭ́ō)
  • φοινικόφυτος (phoinikóphutos)
  • φῠτᾰγωγέω (phŭtăgōgéō)
  • φῠτᾰλῐᾱ́ (phŭtălĭā́)
  • φῠτᾰλῐ́ᾱ (phŭtălĭ́ā)
  • Φῠτᾰλῐ́δαι (Phŭtălĭ́dai)
  • φῠτᾰλῐ́ζω (phŭtălĭ́zō)
  • φῠτᾰλῐή (phŭtălĭḗ)
  • φῠτᾰλῐ́η (phŭtălĭ́ē)
  • φῠτᾰ́λῐμος (phŭtắlĭmos)
  • φῠτᾰ́λῐος (phŭtắlĭos)
  • φῠτᾰ́λμῐον (phŭtắlmĭon)
  • φῠτᾰ́λμῐος (phŭtắlmĭos)
  • Φῠ́τᾰλος (Phŭ́tălos)
  • φῠτᾰ́νη (phŭtắnē)
  • φῠτᾰρῐ́δῐον (phŭtărĭ́dĭon)
  • φῠτᾰ́ρῐον (phŭtắrĭon)
  • φῠτᾰ́ς (phŭtắs)
  • φῠτᾰ́ω (phŭtắō)
  • φῠτείᾱ (phŭteíā)
  • φῠ́τειρον (phŭ́teiron)
  • φῠ́τευμᾱ (phŭ́teumā)
  • φῠτεύσᾱς (phŭteúsās)
  • φῠτεύσῐμος (phŭteúsĭmos)
  • φῠ́τευσῐς (phŭ́teusĭs)
  • φῠτευτέον (phŭteutéon)
  • φῠτευτήρῐον (phŭteutḗrĭon)
  • φῠτευτής (phŭteutḗs)
  • φῠτευτῐκός (phŭteutĭkós)
  • φῠτευτός (phŭteutós)
  • φῠτεύω (phŭteúō)
  • φῠτηκομέω (phŭtēkoméō)
  • φῠτηκομῐ́ᾱ (phŭtēkomĭ́ā)
  • φῠτηκόμος (phŭtēkómos)
  • φῠτήκομος (phŭtḗkomos)
  • φῠτήρ (phŭtḗr)
  • Φῠτῐ́ᾱ (Phŭtĭ́ā)
  • φῠτῐαῖος (phŭtĭaîos)
  • φῠτῐκόν (phŭtĭkón)
  • φῠτῐκός (phŭtĭkós)
  • φῠτῐκῶς (phŭtĭkôs)
  • φῠ́τῐος (phŭ́tĭos)
  • φῠ́τλᾱ (phŭ́tlā)
  • φῠ́τλη (phŭ́tlē)
  • φῠ́τλον (phŭ́tlon)
  • φῠτοβᾰσῐ́λᾱ (phŭtobăsĭ́lā)
  • φῠτοβᾰσῐ́λειον (phŭtobăsĭ́leion)
  • φῠτοειδῶς (phŭtoeidôs)
  • φῠτοεργείη (phŭtoergeíē)
  • φῠτοεργός (phŭtoergós)
  • φῠτοκομέω (phŭtokoméō)
  • φῠτοκόμῐᾰ (phŭtokómĭă)
  • φῠτοκομῐ́ᾱ (phŭtokomĭ́ā)
  • φῠτοκομῐ́ζω (phŭtokomĭ́zō)
  • φῠτοκόμος (phŭtokómos)
  • φῠτόν (phŭtón)
  • φῠτόομαι (phŭtóomai)
  • φῠτόπλοκος (phŭtóplokos)
  • φῠτοσκᾰφῐ́ᾱ (phŭtoskăphĭ́ā)
  • φῠτοσκᾰφῐ́η (phŭtoskăphĭ́ē)
  • φῠτόσκᾰφος (phŭtóskăphos)
  • φῠτοσκᾰ́φος (phŭtoskắphos)
  • φῠτοσπορῐ́ᾱ (phŭtosporĭ́ā)
  • φῠτοσπόρος (phŭtospóros)
  • φῠτοτροφέομαι (phŭtotrophéomai)
  • φῠτοτροφέω (phŭtotrophéō)
  • φῠτοτροφῐ́ᾱ (phŭtotrophĭ́ā)
  • φῠτοτρόφος (phŭtotróphos)
  • φῠτουργεῖον (phŭtourgeîon)
  • φῠτουργέω (phŭtourgéō)
  • φῠτούργημᾱ (phŭtoúrgēmā)
  • φῠτουργῐ́ᾱ (phŭtourgĭ́ā)
  • φῠτουργῐκός (phŭtourgĭkós)
  • φῠτουργῐκῶς (phŭtourgĭkôs)
  • φῠτούργῐον (phŭtoúrgĭon)
  • φῠτουργός (phŭtourgós)
  • φῠτούρῐον (phŭtoúrĭon)
  • φῠτοφόρος (phŭtophóros)
  • φῠτοφῠ́λᾰξ (phŭtophŭ́lăx)
  • φῠτόω (phŭtóō)
  • φῠτρόομαι (phŭtróomai)
  • φῠτώδης (phŭtṓdēs)
  • φῠτών (phŭtṓn)
  • φῠτώνῠμος (phŭtṓnŭmos)
  • φῠ́τωρ (phŭ́tōr)
  • φῠτώρειον (phŭtṓreion)
  • φῠτώρῐον (phŭtṓrĭon)
  • ψιλόφυτος (psilóphutos)