υποστηρίζω
See also: ὑποστηρίζω
Greek
Etymology
Learned borrowing from Koine Greek ὑποστηρίζω (hupostērízō), with semantic loan from French soutenir, appuyer, as well as semantic loan from English support.[1] By surface analysis, υπο- (ypo-) + στηρίζω (stirízo).
Pronunciation
- IPA(key): /i.po.stiˈɾi.zo/
Verb
υποστηρίζω • (ypostirízo) (past υποστήριξα, passive υποστηρίζομαι, ppp υποστηριζόμενος)
Conjugation
υποστηρίζω υποστηρίζομαι
| Active voice ➤ | Passive voice ➤ | |||
| Indicative mood ➤ | Imperfective aspect ➤ | Perfective aspect ➤ | Imperfective aspect | Perfective aspect |
| Non-past tenses ➤ | Present ➤ | Dependent ➤ | Present | Dependent |
| 1 sg | υποστηρίζω | υποστηρίξω | υποστηρίζομαι | υποστηριχθώ |
| 2 sg | υποστηρίζεις | υποστηρίξεις | υποστηρίζεσαι | υποστηριχθείς |
| 3 sg | υποστηρίζει | υποστηρίξει | υποστηρίζεται | υποστηριχθεί |
| 1 pl | υποστηρίζουμε, [‑ομε] | υποστηρίξουμε, [‑ομε] | υποστηριζόμαστε | υποστηριχθούμε |
| 2 pl | υποστηρίζετε | υποστηρίξετε | υποστηρίζεστε, υποστηριζόσαστε | υποστηριχθείτε |
| 3 pl | υποστηρίζουν(ε) | υποστηρίξουν(ε) | υποστηρίζονται | υποστηριχθούν(ε) |
| Past tenses ➤ | Imperfect ➤ | Simple past ➤ | Imperfect | Simple past |
| 1 sg | υποστήριζα | υποστήριξα | υποστηριζόμουν(α) | υποστηρίχθηκα |
| 2 sg | υποστήριζες | υποστήριξες | υποστηριζόσουν(α) | υποστηρίχθηκες |
| 3 sg | υποστήριζε | υποστήριξε | υποστηριζόταν(ε) | υποστηρίχθηκε |
| 1 pl | υποστηρίζαμε | υποστηρίξαμε | υποστηριζόμασταν, (‑όμαστε) | υποστηριχθήκαμε |
| 2 pl | υποστηρίζατε | υποστηρίξατε | υποστηριζόσασταν, (‑όσαστε) | υποστηριχθήκατε |
| 3 pl | υποστήριζαν, υποστηρίζαν(ε) | υποστήριξαν, υποστηρίξαν(ε) | υποστηρίζονταν, (υποστηριζόντουσαν) | υποστηρίχθηκαν, υποστηριχθήκαν(ε) |
| Future tenses ➤ | Continuous ➤ | Simple ➤ | Continuous | Simple |
| 1 sg | θα υποστηρίζω ➤ | θα υποστηρίξω ➤ | θα υποστηρίζομαι ➤ | θα υποστηριχθώ ➤ |
| 2,3 sg, 1,2,3 pl | θα υποστηρίζεις, … | θα υποστηρίξεις, … | θα υποστηρίζεσαι, … | θα υποστηριχθείς, … |
| Perfect aspect ➤ | Perfect aspect | |||
| Present perfect ➤ | έχω, έχεις, … υποστηρίξει έχω, έχεις, … υποστηριξμένο, ‑η, ‑ο ➤ |
έχω, έχεις, … υποστηριχθεί είμαι, είσαι, … υποστηριξμένος, ‑η, ‑ο ➤ | ||
| Past perfect ➤ | είχα, είχες, … υποστηρίξει είχα, είχες, … υποστηριξμένο, ‑η, ‑ο |
είχα, είχες, … υποστηριχθεί ήμουν, ήσουν, … υποστηριξμένος, ‑η, ‑ο | ||
| Future perfect ➤ | θα έχω, θα έχεις, … υποστηρίξει θα έχω, θα έχεις, … υποστηριξμένο, ‑η, ‑ο |
θα έχω, θα έχεις, … υποστηριχθεί θα είμαι, θα είσαι, … υποστηριξμένος, ‑η, ‑ο | ||
| Subjunctive mood ➤ | Formed using present, dependent (for simple past) or present perfect from above with a particle (να, ας). | |||
| Imperative mood ➤ | Imperfective aspect | Perfective aspect | Imperfective aspect | Perfective aspect |
| 2 sg | υποστήριζε | υποστήριξε | — | υποστηρίξου |
| 2 pl | υποστηρίζετε | υποστηρίξτε | υποστηρίζεστε | υποστηριχθείτε |
| Other forms | Active voice | Passive voice | ||
| Present participle➤ | υποστηρίζοντας ➤ | υποστηριζόμενος, ‑η, ‑ο ➤ | ||
| Perfect participle➤ | έχοντας υποστηρίξει ➤ | υποστηριξμένος, ‑η, ‑ο ➤ | ||
| Nonfinite form➤ | υποστηρίξει | υποστηριχθεί | ||
| Notes Appendix:Greek verbs |
• (…) optional or informal. […] rare. {…} learned, archaic. • Multiple forms are shown in order of reducing frequency. • Periphrastic imperative forms may be produced using the subjunctive. | |||
References
- ^ υποστηρίζω, in Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek], Triantafyllidis Foundation, 1998 at the Centre for the Greek language