ληπτός

Ancient Greek

Etymology

From λαμβάνω (lambánō, to take) +‎ -τός (-tós).

Pronunciation

 

Adjective

ληπτός • (lēptósm (feminine ληπτή, neuter ληπτόν); first/second declension

  1. apprehended; taken
  2. (figurative) impaired by the senses
    1. (Stoic philosophy) acceptable; not to be refused if offered

Declension

Derived terms

  • ᾰ̓δῐᾰ́ληπτος (ădĭắlēptos)
  • ᾰ̓δορῐ́ληπτος (ădorĭ́lēptos)
  • ᾰ̓δορῠ́ληπτος (ădorŭ́lēptos)
  • ᾰ̓δωρόληπτος (ădōrólēptos)
  • ᾰ̓κᾰτᾰ́ληπτος (ăkătắlēptos)
  • ᾰ̓́ληπτος (ắlēptos)
  • ᾰ̓μετᾰ́ληπτος (ămetắlēptos)
  • ᾰ̓νᾰντῐ́ληπτος (ănăntĭ́lēptos)
  • ᾰ̓νέληπτος (ănélēptos)
  • ᾰ̓νεπῐ́ληπτος (ănepĭ́lēptos)
  • ᾰ̓ντῐληπτός (ăntĭlēptós)
  • ᾰ̓νῠπόληπτος (ănŭpólēptos)
  • ᾰ̓ξῐόληπτος (ăxĭólēptos)
  • ᾰ̓πᾰρᾰ́ληπτος (ăpărắlēptos)
  • ᾰ̓περῐ́ληπτος (ăperĭ́lēptos)
  • ᾰ̓ποδῐᾰ́ληπτος (ăpodĭắlēptos)
  • ᾰ̓ποδῐᾰληπτός (ăpodĭălēptós)
  • ᾰ̓πρόληπτος (ăprólēptos)
  • ᾰ̓πρόσληπτος (ăpróslēptos)
  • ᾰ̓προσωπόληπτος (ăprosōpólēptos)
  • ᾰ̓ρτῐ́ληπτος (ărtĭ́lēptos)
  • ᾰ̓ρτῐ́σῠ́λληπτος (ărtĭ́sŭ́llēptos)
  • ᾰ̓σῠ́λληπτος (ăsŭ́llēptos)
  • αὐτόληπτος (autólēptos)
  • δαιμονῐόληπτος (daimonĭólēptos)
  • δαιμονόληπτος (daimonólēptos)
  • δῐᾰληπτός (dĭălēptós)
  • δῐ́ληπτος (dĭ́lēptos)
  • δορῐ́ληπτος (dorĭ́lēptos)
  • δορῠ́ληπτος (dorŭ́lēptos)
  • δουρῐ́ληπτος (dourĭ́lēptos)
  • δῠσᾰνᾰ́ληπτος (dŭsănắlēptos)
  • δῠσᾰπόληπτος (dŭsăpólēptos)
  • δῠσέκληπτος (dŭséklēptos)
  • δῠσεπῐ́ληπτος (dŭsepĭ́lēptos)
  • δῠσκᾰτᾰ́ληπτος (dŭskătắlēptos)
  • δῠ́σληπτος (dŭ́slēptos)
  • δῠσμετᾰ́ληπτος (dŭsmetắlēptos)
  • δῠσπερῐ́ληπτος (dŭsperĭ́lēptos)
  • δῠσσῠ́λληπτος (dŭssŭ́llēptos)
  • ἐγκᾰτᾰ́ληπτος (enkătắlēptos)
  • ἐνῠπόληπτος (enŭpólēptos)
  • ἐπῐ́ληπτος (epĭ́lēptos)
  • ἐρωτόληπτος (erōtólēptos)
  • εὐᾰνᾰ́ληπτος (euănắlēptos)
  • εὐεπῐ́ληπτος (euepĭ́lēptos)
  • εὐθῠ́ληπτος (euthŭ́lēptos)
  • εὐκᾰτᾰ́ληπτος (eukătắlēptos)
  • εὔληπτος (eúlēptos)
  • εὐπᾰρᾰ́ληπτος (eupărắlēptos)
  • εὐπερῐ́ληπτος (euperĭ́lēptos)
  • εὐσῠ́λληπτος (eusŭ́llēptos)
  • εὐῠ̈πόληπτος (euŭ̈pólēptos)
  • ἡδῠ́ληπτος (hēdŭ́lēptos)
  • θᾱτερᾰ́ληπτος (thāterắlēptos)
  • θεόληπτος (theólēptos)
  • θεοσῠ́λληπτος (theosŭ́llēptos)
  • ῐ̔ερόληπτος (hĭerólēptos)
  • κᾰλοπόληπτος (kălopólēptos)
  • κᾰλοῠ̈πόληπτος (kăloŭ̈pólēptos)
  • κᾰλῠπόληπτος (kălŭpólēptos)
  • κᾰ̓πῐ́ληπτος (kăpĭ́lēptos)
  • κᾰτᾰληπτός (kătălēptós)
  • κᾰτᾰ́ληπτος (kătắlēptos)
  • μετᾰληπτός (metălēptós)
  • μητρόληπτος (mētrólēptos)
  • μοιχόληπτος (moikhólēptos)
  • μουσόληπτος (mousólēptos)
  • νεόληπτος (neólēptos)
  • νῠμφόληπτος (nŭmphólēptos)
  • οἰνόληπτος (oinólēptos)
  • πᾰλῐ́λληπτος (pălĭ́llēptos)
  • πᾰλῐνᾰ́γρετος (pălĭnắgretos)
  • Πᾱνόληπτος (Pānólēptos)
  • πᾰρᾰ́ληπτος (părắlēptos)
  • πᾰρᾰληπτός (părălēptós)
  • περῐκᾰτᾰ́ληπτος (perĭkătắlēptos)
  • περῐληπτός (perĭlēptós)
  • προσληπτός (proslēptós)
  • προσωπόληπτος (prosōpólēptos)
  • Πῡθόληπτος (Pūthólēptos)
  • πῠρῐ́ληπτος (pŭrĭ́lēptos)
  • σῠλληπτός (sŭllēptós)
  • σῠμπᾰρᾰληπτός (sŭmpărălēptós)
  • σχενδῡλόληπτος (skhendūlólēptos)
  • ῠ̔ποληπτός (hŭpolēptós)
  • ῠ̔στερόληπτος (hŭsterólēptos)
  • φῐλόληπτος (phĭlólēptos)
  • φῐμόληπτος (phĭmólēptos)
  • Φοιβόληπτος (Phoibólēptos)
  • φρενόληπτος (phrenólēptos)
  • Χρῑστόληπτος (Khrīstólēptos)

Further reading