αψείριαστος

Greek

Adjective

αψείριαστος • (apseíriastosm (feminine αψείριαστη, neuter αψείριαστο)

  1. louseless, free from lice
    Alternative form: αψείριστος (apseíristos)

Declension

Declension of αψείριαστος
singular plural
masculine feminine neuter masculine feminine neuter
nominative αψείριαστος (apseíriastos) αψείριαστη (apseíriasti) αψείριαστο (apseíriasto) αψείριαστοι (apseíriastoi) αψείριαστες (apseíriastes) αψείριαστα (apseíriasta)
genitive αψείριαστου (apseíriastou) αψείριαστης (apseíriastis) αψείριαστου (apseíriastou) αψείριαστων (apseíriaston) αψείριαστων (apseíriaston) αψείριαστων (apseíriaston)
accusative αψείριαστο (apseíriasto) αψείριαστη (apseíriasti) αψείριαστο (apseíriasto) αψείριαστους (apseíriastous) αψείριαστες (apseíriastes) αψείριαστα (apseíriasta)
vocative αψείριαστε (apseíriaste) αψείριαστη (apseíriasti) αψείριαστο (apseíriasto) αψείριαστοι (apseíriastoi) αψείριαστες (apseíriastes) αψείριαστα (apseíriasta)

Further reading