αυτοκίνητος

Greek

Adjective

αυτοκίνητος • (aftokínitosm (feminine αυτοκίνητη, neuter αυτοκίνητο)

  1. self-propelling, automotive

Declension

Declension of αυτοκίνητος
singular plural
masculine feminine neuter masculine feminine neuter
nominative αυτοκίνητοςος (aftokínitosos) αυτοκίνητοςη (aftokínitosi) αυτοκίνητοςο (aftokínitoso) αυτοκίνητοςοι (aftokínitosoi) αυτοκίνητοςες (aftokínitoses) αυτοκίνητοςα (aftokínitosa)
genitive αυτοκίνητοςου (aftokínitosou) αυτοκίνητοςης (aftokínitosis) αυτοκίνητοςου (aftokínitosou) αυτοκίνητοςων (aftokínitoson) αυτοκίνητοςων (aftokínitoson) αυτοκίνητοςων (aftokínitoson)
accusative αυτοκίνητοςο (aftokínitoso) αυτοκίνητοςη (aftokínitosi) αυτοκίνητοςο (aftokínitoso) αυτοκίνητοςους (aftokínitosous) αυτοκίνητοςες (aftokínitoses) αυτοκίνητοςα (aftokínitosa)
vocative αυτοκίνητοςε (aftokínitose) αυτοκίνητοςη (aftokínitosi) αυτοκίνητοςο (aftokínitoso) αυτοκίνητοςοι (aftokínitosoi) αυτοκίνητοςες (aftokínitoses) αυτοκίνητοςα (aftokínitosa)

Further reading