αποτελματώνομαι
Greek
Verb
αποτελματώνομαι • (apotelmatónomai) passive (past αποτελματώθηκα, ppp αποτελματωμένος, active αποτελματώνω)
- passive of αποτελματώνω (apotelmatóno)
Conjugation
- for this verb's full conjugation see the active form
αποτελματώνομαι • (apotelmatónomai) passive (past αποτελματώθηκα, ppp αποτελματωμένος, active αποτελματώνω)