αινιγματικότητα

Greek

Noun

αινιγματικότητα • (ainigmatikótitaf (plural αινιγματικότητες)

  1. obscurity

Declension

Declension of αινιγματικότητα
singular plural
nominative αινιγματικότητα (ainigmatikótita) αινιγματικότητες (ainigmatikótites)
genitive αινιγματικότητας (ainigmatikótitas)
accusative αινιγματικότητα (ainigmatikótita) αινιγματικότητες (ainigmatikótites)
vocative αινιγματικότητα (ainigmatikótita) αινιγματικότητες (ainigmatikótites)