άφτυστος

Greek

Etymology

Inherited from Ancient Greek ἄπτυστος (áptustos)

Adjective

άφτυστος • (áftystosm (feminine άφτυστη, neuter άφτυστο)

  1. not spat upon

Declension

Declension of άφτυστος
singular plural
masculine feminine neuter masculine feminine neuter
nominative άφτυστος (áftystos) άφτυστη (áftysti) άφτυστο (áftysto) άφτυστοι (áftystoi) άφτυστες (áftystes) άφτυστα (áftysta)
genitive άφτυστου (áftystou) άφτυστης (áftystis) άφτυστου (áftystou) άφτυστων (áftyston) άφτυστων (áftyston) άφτυστων (áftyston)
accusative άφτυστο (áftysto) άφτυστη (áftysti) άφτυστο (áftysto) άφτυστους (áftystous) άφτυστες (áftystes) άφτυστα (áftysta)
vocative άφτυστε (áftyste) άφτυστη (áftysti) άφτυστο (áftysto) άφτυστοι (áftystoi) άφτυστες (áftystes) άφτυστα (áftysta)

Further reading